«Έστησ’ ο Έρωτας χορό
με τον ξανθόν Απρίλη,/Κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,/Και μεσ’
στην σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους/Ανάκουστος κιλαϊδισμός και
λιποθυμισμένος/Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, /Χύνονται μεσ’ στην
άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, /Και παίρνουνε τον μόσχο της κι αφήνουν την δροσιά
τους, /Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,/Τρέχουν εδώ,
τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια…»