«…Και το φεγγάρι
ήρθε. Στην αρχή ψήλωσε
το χρυσό φρύδι του
πίσω από το χαμοβούνι,
ν’ αγναντεύσει τι
γίνεται. Κατόπι σιγά -σιγά,
σερνάμενο, ανέβηκε
στη ράχη. Στάθηκε
μια στιγμή
ακουμπισμένο εκεί, κατόπι αψήλωσε
ανάλαφρα και
σηκώθηκε, μετέωρο, λαμπρό…»